Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Γ. Κατσιμπάρδης: «Συνηγορίες υπέρ της Γερμανίας (με στόχο τη στρεψοδικία) θα πέσουν στο κενό»


Και ενώ θα περίμενε κανείς να βγουν δημόσιοι άνδρες, και ιδιαίτερα πανεπιστημιακοί, και να στηρίξουν τη δύσκολη αυτή προσπάθεια της ελληνικής πολιτείας (ή, έστω, να σιωπήσουν), διαβάσαμε στο φύλλο της 26ης Ιανουαρίου 2011 της εφημερίδας ¨Ελευθεροτυπία¨ (στη στήλη ¨Πολιτικά, σελ. 8), ένα άρθρο του Κώστα Ε. Μπέη ο οποίος όχι μόνο δε θέλησε να δώσει τις νομικές του συμβουλές για το ξεπέρασμα του δικονομικού προβλήματος (προφανώς διότι θεωρεί ότι δεν έχει) αλλά, αντίθετα, προχώρησε σε άσκοπες προβλέψεις. Μάλιστα, με το άρθρο του αυτό, δεν περιορίστηκε στο να πάρει αντίθετη θέση από εκείνη της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά προέβη και σε χαρακτηρισμούς που σαφώς βλάπτουν την υπόθεση (κατά τη γνώμη μου και τον ίδιο).
Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, υποστήριξε τα εξής: "… Δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ αν από τα δικά μου χέρια (του καθηγητή της Νομικής, εννοεί) πήρε τελικώς πτυχίο εκείνος που παρέσυρε τον Πρωθυπουργό στο πυροτέχνημα του πολιτικού εντυπωσιασμού των αφελών, με τίμημα τη βέβαιη απεμπόληση των δικαίων των επιζώντων θυμάτων του Διστόμου, δια μέσου της άφρονης παρέμβασης, στο Δικαστήριο της Χάγης, που ενθουσιωδώς εξήγγειλε. Η Γερμανία δεν πηγαίνει στη Χάγη για να χάσει! Μόνο αφελείς το αγνοούν. Και η Ελλάδα γελοιοποιείται, πηγαίνοντας στη Χάγη, με αίτημα να εκτελεστεί η ελληνική δικαστική απόφαση (του Α.Π., εννοεί) εναντίον της Γερμανίας επί ιταλικού εδάφους, ενώ αυτό έχει απαγορευτεί από Έλληνα υπουργό Δικαιοσύνης στο ελληνικό έδαφος".
Το εύλογο ερώτημα που τίθεται, ύστερα από όλα αυτά, είναι το εξής: για ποιόν άραγε λόγο ο Κώστας Ε. Μπέης – ένας Έλληνας επιστήμονας, καθηγητής της Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας – ενώ γνωρίζει ότι κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων της Γερμανίας επί του εδάφους της Ιταλίας είναι δυνατή αφού – όπως ο ίδιος ορθά υποστηρίζει στο επίμαχο άρθρο του – σε καμιά άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πλην της Ελλάδας) δεν υπάρχει νόμος που να την απαγορεύει, εντούτοις έσπευσε να προαναγγείλει, ¨ως μη όφειλε¨, ότι η Γερμανία δέχθηκε να πάει στη Χάγη, βέβαιη ότι θα κερδίσει την υπόθεση. Και, επίσης, γιατί σε αυτή την ¨οιονεί δημόσια γνωμοδότησή του υπέρ της Γερμανίας¨ χρησιμοποίησε τη φράση, που πιθανώς θα σκιάσει την ωραία δημόσια εικόνα του, σύμφωνα με την οποία ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, καθώς έφερε το θέμα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ¨ αυτοδιασύρθηκε ως υποκριτής¨;
Υ.Γ. Οι Έλληνες δικαστές (αλλά και οι δικαστές κάθε ευνοούμενου κράτους) προνοούν ώστε οι αποφάσεις τους να ¨εκδίδονται και εκτελούνται ενονόματι του ελληνικού λαού¨, και αυτό έχει τη βαθύτερη έννοια ότι πρέπει να ταυτίζονται με το λαϊκό φρόνημα. Κατά τον ίδιο τρόπο οι δικαστές του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, - κατά μείζονα λόγο εκείνοι – δε μπορεί παρά να έχουν ως πρώτο μέλημά τους οι αποφάσεις τους να ταυτίζονται με το περί δικαίου αίσθημα της παγκόσμιας κοινότητας. Γι αυτό και πιστεύω ότι οι δικαστές της Χάγης, στην προσπάθειά του να μη χάσει το Δικαστήριό τους το κύρος που έχει σε Διεθνές επίπεδο, δεν πρόκειται να σταθούν σε δικονομικά τερτίπια και στρεψόδικα τεχνάσματα που θα απεργαστούν οι συνήγοροι της κυρίας Μέρκελ, αλλά θα κρίνουν επί της ουσίας όπως τους ζητάει η προσφυγή της κυβέρνησης του κυρίου Παπανδρέου (και ο ελληνικός λαός γενικότερα).
Μια προσφυγή η οποία επιδιώκει το αυτονόητο: να διευκολυνθούν οι, πολλαπλά δικαιωμένοι ηθικά, επιζώντες και οι συγγενείς των θυμάτων της χιτλερικής θηριωδίας του Διστόμου (όπου ένα ολόκληρο χωριό πυρπολήθηκε και δεκάδες άνθρωποι – ανάμεσα του και έγγυες γυναίκες και μικρά παιδιά – σφαγιάστηκαν), ώστε να ικανοποιηθούν και υλικά, όπως ορίζει η αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου. Επ αυτού γιατί να διαφωνεί ο κύριος Μπέης;