Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Πιλότος, Ναύτης, Στρατιώτης, Αστυνομικός, Πυροσβέστης, Λιμενικός


Σήμερα είμαι σχεδόν 40. Δεν ξέρω αν θα γυρίσω στην οικογένειά μου το μεσημέρι. Ποτέ δεν ρωτάω αν θα γυρίσω πίσω απ’ όπου με στέλνεις. Με παλιά μηχανήματα, με κατεστραμμένα αυτοκίνητα, με ό,τι και αν μου δώσεις.
Με την μέση θρύψαλα από τα G, με τα χέρια γδαρμένα από τους ιμάντες του αλεξίπτωτου, με την ματιά στην θάλασσα και το δάκρυ στην φωτογραφία της οικογένειας δίπλα απ’ την εικόνα του Αι Νικόλα κάπου στ’ ανοιχτά της Σομαλίας, με τις πληγές μου ανοιχτές έξω από το Τμήμα της Αγίας Παρασκευής, με τις παλάμες σάπιες απ’ την αρμύρα να βγάζω απ’ τα νερά τα παιδιά εκείνων που ξεβράζουν οι διακινητές στ’ ακρονήσια. Αχ, αυτά τα μάτια όταν σώζονται πως σε κοιτάζουν.!!
Σ’ απογοητεύω πολλές φορές . Το ξέρω. Αλλά κι εσύ δεν ήρθες στην κηδεία μου. Δεν μου άναψες ένα κερί. Δεν έκανες μια γιορτή για μένα στα Σχολειά. Δεν κράτησες ένα δάκρυ για μένα όταν έπεφτα απ’ τα ουράνια, ούτε όταν με ένα ελικόπτερο πάλευα εκείνη την νύχτα μες στο σκοτάδι και στην αντάρα των Ιμίων, ούτε μ’ έκρυψες για να μη με δει ο Τούρκος από τις τηλεοράσεις σου. Δεν ήρθες στο νοσοκομείο δίπλα στο κρεβάτι να μου κρατήσεις συντροφιά, όταν με καίγανε οι σφαίρες και οι μολότοφ που σφηνώθηκαν πάνω μου.
Τώρα ούτε σε παρέλαση δε θες να με βλέπεις. Και η σημαία μου έχει σταυρό πάνω και μπορεί να σε ενοχλεί. Και για τα παιδιά μου; Την οικογένειά μου; Δεν νοιάστηκες όταν γκρεμιζόμουν, όταν πνιγόμουν, όταν με έλιωναν οι ερπύστριες, όταν καιγόμουν στην φωτιά. Ποτέ δεν με ρώτησες τον καιρό της αφθονίας αν χρειάζομαι κάτι. Έδινες στους άλλους κι εγώ σε περίμενα. Μη μιλάς, μου λες. Μη ζητάς. Είσαι Στρατιώτης. Αλλά κι εγώ ήμουν πολύ μακριά για να με αφουγκραστείς. Στα σύνορα, στον ουρανό, στην θάλασσα. Μέσα στην φωτιά να παλεύω με τις μάνικες και τα καναντέρ. Καμιά φορά από κει μακριά άκουγα να με φωνάζεις «καραβανά» και «μπάτσο» και «ταβλαδόρο». Γελούσα και χαιρόμουν, γιατί κι εγώ αυτήν την ελευθερία υπερασπίζομαι.
Να μου λες ό,τι θες κι εγώ να είμαι εκεί. Ακοίμητος και Άγνωστος. Τώρα με βγάζεις στα κανάλια και στα ραδιόφωνα. Μου λες βάλε πλάτη, βοήθα κι εσύ να περάσουμε την φουρτούνα. Δώσε κι εσύ να καβατζάρουμε την χρονιά. Μου λες ότι μ’ έχεις γεμίσει επιδόματα και σπίτια και νοσοκομεία και λέσχες, όλα δικά μου. Δε λες την αλήθεια, αλλά δεν με πειράζει. Όταν σου έσω δώσει την ζωή μου λες να με πειράξουν τα λίγα χρήματα; Όταν έχω σκοπό να μείνω με την Ελλάδα στην αιωνιότητα λες να με απασχολεί η 25ετία;
Αλλά ξέρεις κάτι; Μου ΄χεις δώσει το μεγαλύτερο προνόμιο απ’ όλα, όταν μου είπες ότι με χρειάζεσαι διαθέσιμο 24 ώρες το 24ωρο, κάθε μέρα της ζωής μου: Όταν σκοτώνομαι είναι για την Πατρίδα . Δεν βγαίνω στην σύνταξη. Μπαίνω στην Εφεδρεία.
Δεν πεθαίνω. Πάω να γίνω ένα με τον Ηλιάκη και τον Σιαλμά, τον Γιαλοψό, τον Καραθανάση, τον Βλαχάκο και τόσους άλλους. Γιατί εγώ το ξέρω καλά. Ούτε γεννιέσαι, ούτε γίνεσαι Έλληνας. Μόνο πεθαίνεις ως Έλληνας.
Φίλοι ένστολοι, κρατηθείτε σε φόρμα. Έρχεται … πόλεμος!!!!!
Ο ένστολος