Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Ανασκαφή στη Θήβα, δωρεά του ιδρύματος Σ. Νιάρχος

«Η σημασία του Ισμηνίου ως χώρου προς εξερεύνηση είναι εξαιρετική» προσέθεσε ο Daly. «Αρχαίες πηγές από ένα ευρύ φάσμα χρονολογικών περιόδων μαρτυρούν τη συνεχιζόμενη χρήση του Ισμηνίου ως ενός από τα κύρια ιερά των αρχαίων Θηβών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο χώρος έχει τεράστια αρχιτεκτονική, λογοτεχνική και θρησκευτική σημασία από τη δεύτερη χιλιετία μΧ και έπειτα».

Οι εργασίες θα ξεκινήσουν στις 14 Ιουνίου με μία σειρά μη-επεμβατικών γεωφυσικών δοκιμών πάνω και δίπλα στο λόφο, που πήρε το όνομα του από τον Ισμήνιο Απόλλωνα, την έκφανση του Ολυμπίου Απόλλωνα που λατρευόταν στη Θήβα. Η Larson, η οποία είναι ερευνήτρια της ιστορίας της αρχαίας Βοιωτίας, και ο Daly, αρχαιολόγος πεδίου και επιγραφολόγος με ειδίκευση στην Ελλάδα, θα εποπτεύουν όλες τις εργασίες στο πεδίο, μαζί με τον Δρα Αραβαντινό. Το καλοκαίρι θα εργαστούν επίσης στον χώρο έξι φοιτητές από το Πανεπιστήμιο Bucknell, καθώς και άλλοι μελετητές από τις Ηνωμένες Πολιτείες και χώρες του εξωτερικού.

Ο Επίκουρος Καθηγητής Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Bucknell, Rob Jacob, ο οποίος θα συνεργαστεί με την ομάδα κατά την πρώτη φάση της ανασκαφής, θα χρησιμοποιήσει διάφορες τεχνικές για να χαρτογραφήσει και να διερευνήσει τα ανθρωπογενή στοιχεία κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Η ομάδα θα ξεκινήσει τις ανασκαφές μετά την ολοκλήρωση της αρχικής χαρτογράφησης και τηλεπισκόπησης.

«Ενώ η ανασκαφή πολλών αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα είναι δύσκολη, διότι αυτοί καλύπτονται από σύγχρονα κτίσματα, η περιοχή πάνω και γύρω από το αρχαίο αυτό ιερό έχει παραμείνει, σε μεγάλο βαθμό, ανέγγιχτη από ανάπτυξη αυτού του είδους», σχολίασε ο Daly.

Παρά τη σημασία του ιερού του Ισμήνιου Απόλλωνα, έχουν υπάρξει μόνο δύο περιορισμένης έκτασης ανασκαφές εντός των ορίων του Ισμηνίου. Ο Έλληνας αρχαιολόγος Α. Κεραμόπουλος πραγματοποίησε ανασκαφές στο λόφο του ιερού από το 1910 ως το 1917, και το 1967 ο Ν. Φαρακλάς ολοκλήρωσε μερικές ακόμα τάφρους. Ωστόσο, οι παραπάνω ανασκαφές έφεραν στο φως μόνο το δυτικό τμήμα του αρχαίου ναού του Απόλλωνα πάνω στον λόφο.

«Η Θήβα είναι ήδη γνωστή σε όλους τους μελετητές του αρχαίου κόσμου,» είπε ο Daly. «Επιπλέον, ο Δρ. Αραβαντινός επέβλεψε πρόσφατα την ανέγερση ενός καταπληκτικού νέου μουσείου στη Θήβα, καθώς και ενός θαυμάσιου νέου καταλόγου των συλλογών του. Η νέα αυτή ανασκαφή αποτελεί μία ακόμα ευκαιρία να διευρύνουμε τις γνώσεις μας για την πόλη και να επανατοποθετήσουμε τη Θήβα στη θέση που της αρμόζει στον πολιτιστικό χάρτη».

«Η εξερεύνηση του ιερού και της οδού που οδηγεί σε αυτόν από την πόλη μπορεί να αποκαλύψει σημαντικά αφιερώματα από την περίοδο της πιο έντονης δραστηριότητας του ιερού (από τον 7ο ως τον 4ο αιώνα π.Χ.), όταν λειτουργούσε ως ο κύριος ανταγωνιστής στον ελλαδικό χώρο του ιερού του Απόλλωνα στους Δελφούς», δήλωσε η Larson.

«Θα αποφασίσουμε για το που ακριβώς να σκάψουμε, βάσει των γεωφυσικών μετρήσεων», σύμφωνα με την Larson. «Γνωρίζουμε, από λογοτεχνικές πηγές και ερείπια, ότι υπάρχουν διάφοροι ναοί στο δρόμο από το Ισμήνιο προς τις πύλες και την πόλη. Υπήρχε, για παράδειγμα, ναός αφιερωμένος στον Ηρακλή, ο οποίος αναγνωρίσθηκε πρόσφατα από τον Δρα Αραβαντινό, καθώς και άλλα μνημεία. Αλλά δε γνωρίζουμε τι ακριβώς θα ανακαλύψουμε και δεν αναζητούμε κάτι συγκεκριμένο».

«Η αρχαιολογία έχει να κάνει, εν μέρει, με τη διαδικασία και τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής», προσέθεσε η Larson. «Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι πρόκειται για ένα χώρο εξαιρετικής σημασίας. Ως ενός σημείου, θα αφήσουμε την ίδια την αρχαιολογία να υπαγορεύσει το πού θα σκάψουμε και το πώς θα κινηθούμε. Έχουμε, βέβαια, κάποια συγκεκριμένα ερωτήματα, αλλά θέλουμε να αφήσουμε και το ίδιο το χώμα να μας πει την ιστορία του».